ήταν κάποτε ένας μακρύς δρόμος, γεμάτος με ανθρώπους, σπίτια, φασαρία... Ζούσαν πολλές οικογένειες εκεί. Η γειτονιά όπως όλες είχε πολλά φασαριόζικα παιδιά, όλοι οι γείτονες τα απόπαιρναν και τα έδιωχναν και συνήθως λέγαν : όταν μεγαλώσουν τίποτα δεν θα γίνουν. Η γειτονιά ήταν γεμάτη απο ζωή και είχε απο κάθε είδους ηλικία ανθρώπους, μα και κάθε είδος ανθρώπου... αρσενικό, θηλυκό, παχύ, λεπτό, κοντό ψηλό, απο όλα! Είχε και ένα καφενείο για τους γέροντες μα και αλάνες και παιδικές χαρές για τα παιδιά.
Κάποτε σε αυτήν την όμορφη συνηθισμένη γειτονιά υπήρχε μια εξαμελής οικογένεια, φυσικά όπως όλες οι οικογένειες έτσι κι αυτή είχε προβλήματα, όμως οι γείτονες θεωρούσαν τα παιδιά υπόδειγμα. 2 αγόρια και δύο κορίτσια.
Κάποτε τα 4 αδέλφια αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα όμως το καθένα ήθελε και μπορούσε να φύγει διαφορετική ώρα, πρώτα ο μικρότερος, ξεκίνησε τον μακρύ της γειτονιάς δρόμο για να πάει .. το σπίτι ήταν στην μία άκρη της γειτονιάς και το σημείο συνάντησης ήταν στην άλλη άκρη. το μικρό παιδάκι περπατούσε με έξαψη, ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε βόλτα με τα 3 μεγαλύτερά του αδέλφια! καθώς περνούσε χαιρετούσε όλους τους γείτονες και όλα τα παιδιά γύρω του. Στο τέλος έφτασε στην γωνία του μεγάλου δρόμου και υπομονετικά περίμενε τα αδέλφια του. έπειτα η μεγαλύτερη αδελφή του τυλιγμένη στα καλώδια και με ακουστικά προχωρούσε χαμογελώντας και τραγουδώντας, η μικρή κοπέλα δεν ήξερε ότι είναι ασέβεια να χαιρετάει με τα ακουστικά στα αυτιά της γιατί δεν άκουγε τις απαντήσεις ... και ήταν σαν να μην την ένοιαζε κανείς. Μετά απο λίγη ώρα έφτασε κι εκείνη στον προορισμό της. Έπειτα απο το σπίτι βγήκε η μεγαλύτερη απο όλους αδελφή, λίγο χλωμή, λίγο στεναχωρημένη ... όπως πάντα... σπάνια χαιρετούσε τους γείτονες, μόνο όταν εκείνοι της μιλούσαν, πάντα με σκυμμένο το κεφάλι προσπαθούσε να αποφύγει τις πολλές πολλές κουβέντες. έφτασε κι εκείνη ... τέλος μετά απο καμπόση ώρα βγήκε και ο τελευταίος αδελφός ... χαμογελαστός, περπατούσε ήρεμα και κορδωμένα, στην μέση του ένα τσαντάκι. χαιρετούσε τους πάντες και έδειχνε πραγματικά χαρούμενος. έφτασε κι εκείνος στον προορισμό του.
Κάποτε 4 αδέλφια γύρισαν απο την βόλτα τους, το σπίτι τους άδειο, χωρίς φωνές χωρίς τίποτα, στον απάνω όροφο ακούστηκαν κραυγές ... η μητέρα και ο πατέρας του σπιτιού είχαν δολοφονηθεί... "όταν έφυγα" είπε ο μικρός, "ήταν ακόμα ζωντανοί!", ακολούθησε η μεσαία αδελφή "το ίδιο κι εγώ!" "κι εγώ" είπε η μεγαλύτερη ... ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο προτελευταίος ... "γιατί?" ρώτησαν όλοι "γιατί αν δεν το έκανα εγώ, θα το κάνατε εσείς" απάντησε, κάθισε στην καρέκλα και υπομονετικά περίμενε την αστυνομία να τον συλλάβει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου