Προσοχή, στο τέλος του κειμένου υπάρχει τραγούδι που ξεκινάει αυτόματα.
Εκείνη με τα μακρυά κατάμαυρα της μαλλιά, εξέπεμπε την απόλυτη θηλυκότητα. Τα νύχια της, τα μαλλιά της, το μακιγιάζ της, το άρωμά της, όλα στην τρίχα. φορούσε μια μαύρη τουαλέτα, καθισμένη στην γωνία του μπαρ είχε φάει με τα μάτια της τον ψιλό αυτόν άνδρα. τα μαύρα τακούνια της ολοκλήρωναν τη σκοτεινή της εμφάνιση επιδεικνύοντας την σαν την μοιραία γυναίκα σε όποιον έριχνε την παραμικρή ματιά. Τουλάχιστον ο μισός ανδρικός, και όχι μόνο, πληθυσμός εκεί μέσα προσπαθούσε να της κλέψει μια ματιά, και απεγνωσμένα την κοιτούσε μήπως λάβει πίσω κάποιο βλέμμα, αλλά τίποτα. Είχαν καρφωθεί δείχνοντας τα ενδιαφέροντά τους, μιλώντας ήσυχα μέσα στην φασαρία και τον χαλασμό, άναψε ένα τσιγάρο. Η απότομη κίνηση του αναπτήρα, ο τρόπος που ακούμπησε το τσιγάρο στο στόμα της με το κατακόκκινο κραγιόν της, όλες οι ντελικάτες της κινήσεις, ώθησαν τον άνδρα να σηκωθεί και να μεταφερθεί προς εκεί. Όσο ευνόητο κι αν ακούγεται το ότι όλοι θα προσπαθούσαν να την πλησιάσουν, ήταν τόσο τέλεια που τελικά κανείς δεν τολμούσε, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια κενή θέση δίπλα της, την οποία πια ο άνδρας αυτός είχε πιάσει.
Τι ήταν αυτό που ώθησε τον πιο όμορφο άνδρα στο μαγαζί να κάνει κίνηση στην πιο όμορφη γυναίκα εκεί μέσα; Ήταν πια όλα τόσο μοιραία; κανείς δεν ήξερε τίποτα, απλά φαινόταν ότι και από τις δύο μεριές είχε γίνει πολλές φορές το ίδιο πράγμα... η συζήτηση πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε, μέχρι που βρέθηκαν σπίτι της. Προφανώς εκείνος της άνοιξε την πόρτα από την ολοκαίνουρια bmw του, και την συνόδευσε ως το πλατύσκαλο, έπειτα η πρόταση για το ποτό... όλα συνέβησαν όπως κάποιος θα τα περίμενε, ξεκίνησε με το να βγάζουν τα παπούτσια τους, ένα ουισκάκι στον κατάλευκο καναπέ του σαλονιού, πάντα κουβέντα και λίγη μουσική στο υπόβαθρο. Όλα ήταν τέλεια, πλησίασαν ο ένας τον άλλο, η ένταση ξεκίνησε να ανεβαίνει, όλο αυτό που όλη την βραδιά έκαναν, ο λόγος που βγήκαν, που είχαν ετοιμάσει και τους εαυτούς τους αλλά και τα σπίτια τους, ξεκίνησε να φτάνει πια στο αποκορύφωμα, τα κεφάλια τους πλησίασαν, τα μάτια τους διασταυρώθηκαν ακαριαία, και οι δύο καταλάβαιναν τέλεια ο ένας τη γλώσσα του σώματος του άλλου, ένας ηλεκτρισμός δημιουργήθηκε, λίγο πριν φτάσουν τα κεφάλια τους στα τέσσερα εκατοστά το ένα από το άλλο, εκείνος γλίστρησε το αριστερό του χέρι στο δεξί της, εκείνη με το δικό της αριστερό χέρι τώρα πια που τα κεφάλια τους ήταν σε απόσταση τριών εκατοστών, τρυφερά αλλά και με διάφορες άλλες προθέσεις χάιδεψε το καλά τριμμαρισμένο μούσι του και το γλίστρησε προς το λαιμό του. Ήταν τόσο έμπειροι και οι δύο τους που ήξεραν τι ήθελαν οι ίδιοι αλλά και ο καθένας τους. η ένταση κορυφώθηκε όταν τα κεφάλια τους έφτασαν στο ένα εκατοστό απόσταση το ένα από το άλλο, πια οι μύτες τους είχαν αρχίσει να ακουμπάνε, η αναπνοή τους αυξάνονταν, το χέρι του έσφιξε το δικό της παραπάνω και εκείνη γλίστρησε το χέρι της προς το λαιμό του ακόμα περισσότερο. Πριν καν το καταλάβουν είχαν ακουμπήσει τα χείλη τους και μια φλόγα ξέσπασε, ξεκίνησε σιγά αλλά ήδη είχαν αποκτήσει τους ρόλους τους στον πιο όμορφο χορό του ανθρώπινου σώματος. Δεν άργησε πολύ ως που να της σηκώσει την μπλούζα και να της την βγάλει σιγά σιγά, ούτε φυσικά κι εκείνη να κάνει το ίδιο. Έπειτα βρέθηκαν γδυμνοί να τρίβονται ο ένας πάνω στον άλλο. Είχαν και οι δύο ανάψει, έγλυφαν απόκρυφα μέρη ο ένας του άλλου, βάζοντας στην γλώσσα τους όλη τους την τέχνη. Τελικά η εισχώρηση, στην αρχή εκείνη προσπάθησε να μην βγάλει θόρυβο, όμως εκείνος ήθελε να την ακούει, οπότε έδωσε ώθηση, εκείνη τότε δεν μπόρεσε να μην το βγάλει, δεν ήθελε πια να κρατηθεί, αλλά και να ήθελε δεν θα μπορούσε. Είχαν ξεκινήσει με εκείνο από πάνω, τα κεφάλια τους σε ελάχιστη απόσταση, οι αναπνοές τους, έντονες τώρα πια, διασταυρώνονταν, αλλά δεν κράτησε για πολύ έτσι. Λίγο αργότερα εκείνος έγειρε προς το πλάι, εκείνη πήγε να γυρίσει πλάτη ως προς αυτόν όμως αυτός δεν την άφησε. Την έβαλε να κοιτάζει προς το ταβάνι ενώ εκείνος εισχώρησε από το πλάι. Έχοντας εκείνη νιώσει πρώτη φορά αυτήν την αίσθηση, δυνάμωσε την ένταση, τώρα πια ήταν όλα στο χέρι του την είχε κατακτήσει, την έκανε ότι ήθελε... από εκείνη την στιγμή και ύστερα ένιωθε ο άνδρας που έκανε στην γυναίκα αυτό που ήθελε, και το αντάλλαγμα σε αυτό, ήταν η γυναίκα να ακολουθεί. Έφτασε σε δεύτερο οργασμό, ξεκίνησε να ουρλιάζει και να τον κάνει να ευχαριστιέται και να ανεβάζει τον ρυθμό του, ήθελε να ακούσει κι άλλο, εκείνη δεν σταμάτησε εκεί, τα νύχια της ξεκίνησαν να γρατζουνάνε το χέρι του που την έσφιγγε από την μέση. Οι αναπνοές τους συνέχισαν να δυναμώνουν ως που εκείνος τραβήχτηκε μετά από 15 λεπτά απότομα και τελείωσε απάνω της... έπειτα ξάπλωσε δίπλα της και της χαϊδευε το κεφάλι, το στήθος, το χέρι, το λαιμό... αυτόν τον λευκό λαιμό στον οποίο παραλίγο από την δύναμη που έβαζε πριν λίγο, να του κάνει μελανιά. αναψοκοκκινισμένοι πια και οι δύο τους ξεκίνησαν να χαλαρώνουν τρίβοντας ο ένας τον άλλο... εκείνο το σημείο... εκείνη η τέλεια στιγμή της χαλάρωσης... αυτή η απόλυτη στιγμή που όση φασαρία κι αν γίνεται, έχεις την εντύπωση ότι έχει ησυχία... η στιγμή της ηρεμίας, της ασφάλειας... ασφάλεια... από εκείνη την μέρα ήξεραν τι θα συνέβαινε στο μέλλον... ήξεραν ότι κάτι βρήκαν, μια αρχή για τα φετίχ τους, ένα άτομο που δεν χρειάζεται πολλές κουβέντες για να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο... βρήκαν κάτι ιδιαίτερο... εκείνη στα μάτια του κι εκείνος στα δικά της... εκεί από όπου όλα ξεκίνησαν... The sanctuary.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου